ανασχηματίζω

[анасхиматизо] р. преобразовывать, реформировать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανασχηματίζω" в других словарях:

  • ανασχηματίζω — ανασχηματίζω, ανασχημάτισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ανασχηματίζω — 1. σχηματίζω πάλι κάτι κατεστραμμένο, του ξαναδίνω την αρχική του μορφή, ανασυνιστώ 2. μετασχηματίζω, αναμορφώνω, διαμορφώνω κάτι διαφορετικά με πρόθεση να το βελτιώσω. [ΕΤΥΜΟΛ. ανα * + σχηματίζω. ΠΑΡ. ανασχηματισμός. Η λ. μαρτυρείται από το 1876 …   Dictionary of Greek

  • ανασχηματίζω — ισα, ίστηκα, ισμένος 1. ξαναφέρνω κάτι στο προηγούμενο σχήμα του: Διάλυσε το παιχνίδι και το ανασχημάτισε κατόπι σε ελάχιστα λεπτά. 2. δίνω σε κάτι νέο σχήμα, μεταρρυθμίζω: Λέγεται ότι πολύ σύντομα η κυβέρνηση θα ανασχηματιστεί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναμορφώνω — (Α ἀναμορφῶ, όω) σχηματίζω εκ νέου, δίνω νέα μορφή σε κάτι τροποποιώντας μερικά ή όλα τα σημεία του, ανασχηματίζω, μεταμορφώνω, ανακαινίζω (Εκκλ.) αναζωογονώ ηθικά ή πνευματικά, αναγεννώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + μορφῶ, μορφώνω. ΠΑΡ. αναμόρφωση (… …   Dictionary of Greek

  • ανασυντάσσω — (Α ἀνασυντάσσω) νεοελλ. συντάσσω πάλι, ανασυγκροτώ, ανασχηματίζω αρχ. τροποποιώ την πολεμική εισφορά …   Dictionary of Greek

  • ανασχηματισμός — ο ανασύνθεση, ανασύσταση, ανασυγκρότηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανασχηματίζω. Η λ. μαρτυρείται στον Κ. Μαυρουδή] …   Dictionary of Greek

  • προαναπλάσσω — ΜΑ αναπλάσσω προηγουμένως, ανασχηματίζω από πριν αρχ. επινοώ, εφευρίσκω προηγουμένως …   Dictionary of Greek

  • προσαναπλάσσω — ΜΑ, και αττ. τ. προσαναπλάττω Α [ἀναπλάσσω] (το ενεργ και το μέσ.) αποδίδω, απονέμω αρχ. 1. ανασχηματίζω, διαμορφώνω κάτι επί πλέον 2. εφευρίσκω, επινοώ κάτι επί πλέον 3. παθ. προσαναπλάσσομαι (για ένδυμα) εφαρμόζω ακριβώς στο σώμα έτσι ώστε να… …   Dictionary of Greek

  • συναναπλάσσω — ΜΑ αναπλάσσω, ανασχηματίζω κάτι μαζί με κάτι άλλο αρχ. μεταβάλλω φαρμακευτικό υλικό σε χάπια …   Dictionary of Greek

  • αναδομώ — ( είς, εί κτλ.), αναδόμησα, αναδομήθηκα, αναδομημένος, ξαναχτίζω, ανασχηματίζω, αναδιαρθρώνω, αναδιοργανώνω. Ουσ. αναδόμηση, η …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.